θήραιον

θήραιον και κατά τον Ευστ. θηραῑον, τὸ (Α)
το θηραϊκόν, φόρεμα που φορούσαν στα σατυρικά δράματα στην Αθήνα και που επινοήθηκε στη νήσο Θήρα ή ήταν ανάλογο με την αμφίεση τών Θηραίων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύριο όν. Θήρα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Θήραιον — invented in the island Thera neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηραίοισι — Θήραιον invented in the island Thera neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηραίου — Θήραιον invented in the island Thera neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηραίων — Θήραιον invented in the island Thera neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θηραίῳ — Θήραιον invented in the island Thera neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηραϊκός — ή, ό (Α θηραϊκός, ή, όν) 1. αυτός που αναφέρεται ή κατοικεί στο νησί Θήρα είτε κατάγεται ή προέρχεται από αυτό, σαντορινιός, σαντορινέικος νεοελλ. 1. φρ. «θηραϊκή γη» η ηφαιστειακή σποδός που καλύπτει τη νήσο Θήρα και που προέρχεται από… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.